Αγαπητοί μας αναγνώστες , με χαρά σας παρουσιάζουμε την ενδιαφέρουσα συνέντευξη της ομάδας μας από τον συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη.



Ο συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης ήρθε στη γενέθλια πόλη του, την Αλεξανδρούπολη, για να παρουσιάσει το νέο του βιβλίο με τίτλο «Η άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα». Η παρουσίαση του βιβλίου ήταν προγραμματισμένο να γίνει στις 18 Οκτωβρίου 2025, στην Αποθήκη 2 στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Η ομάδα μας κατάφερε να τον αποσπάσει για λίγο από τις υποχρεώσεις του, για να του πάρει συνέντευξη. Η γνωριμία με τον κύριο Ξανθούλη ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Όσοι και όσες συμμετείχαμε στη συνέντευξη περάσαμε υπέροχα, αφού ο συγγραφέας είναι ένας παραμυθάς που ξέρει να λέει ιστορίες και να παρασέρνει τους ακροατές του! Απολαύστε τη συνέντευξη!
Ερώτηση : Κύριε Ξανθούλη, γεννηθήκατε στην Αλεξανδρούπολη και θα θέλαμε να μας πείτε λίγα λόγια για τα παιδικά σας χρόνια. Πώς ήταν η πόλη μας τότε; Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια στην Αλεξανδρούπολη; Πείτε μας κάποια χαρακτηριστικά πράγματα που θυμάστε από την παιδική σας ηλικία.
Απάντηση: Εγώ γεννήθηκα το 1947, μια δύσκολη χρονιά για την Ελλάδα. Ήταν τα μετεμφυλιακά χρόνια, υπήρχαν πολλά ορφανά παιδιά τότε, πρόσφυγες, πολλά ήταν και τα κατηχητικά σχολεία που βοηθούσαν τότε τα ορφανά παιδιά, όπως επίσης και ο ελληνικός Ερυθρός Σταυρός. Άλλες οικογένειες ήταν σε καλύτερη κατάσταση, άλλες όχι, γενικά επικρατούσε φτώχεια σε όλη την Ελλάδα. Τότε μάλιστα η λέξη αυτή δεν μας έκανε εντύπωση ούτε θεωρούνταν προσβλητική.
Εγώ ήμουν ένα παιδί με τα μυαλά πάνω απ’ το κεφάλι. Πίστευα ότι ήμασταν ζάμπλουτοι για έναν απλό λόγο: μόλις είχαμε κάνει το σπίτι μας και είχαμε βάλει κρύσταλλα στα τζάμια κι εγώ θεωρούσα με το παιδικό, τρελό μυαλό μου ότι, για να έχουμε κρύσταλλα στα τζάμια, έχουμε όλα τα χρήματα του κόσμου. Γενικά ο κόσμος τότε έλεγε ότι ήταν καλά, αφού κατάφερε να επιζήσει. Τελείωσαν οι πόλεμοι, τελείωσαν οι μάχες, τα αίματα και ο κόσμος χαιρόταν μ’ αυτό. Υπήρχε πολλή φτώχεια όπως είπαμε, υπήρχαν και κάποιοι άνθρωποι που ήταν, βεβαίως, πολύ καλύτερα οικονομικά, αλλά αυτό που μετρούσε ήταν ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν επιζήσει από μια ταραγμένη και πάρα πολύ άγρια δεκαετία.
Εγώ, να ξέρετε, ήμουν πολύ πειραχτήρι και σατίριζα διάφορες καταστάσεις και όπου πηγαίναμε με τους γονείς μου γινόμασταν ρεζίλι, ήμουν ένα μικρό τέρας. Μου άρεσε πάρα πολύ να μιμούμαι τους γείτονες, να τους σατιρίζω. Είχα μια σατιρική φλέβα, η οποία, βέβαια, δεν μου έβγαινε σε καλό πολλές φορές, γιατί «έπεφτε ιερά ράβδος». Πήγαινα σε ένα πρότυπο σχολείο, στο 3ο Δημοτικό Σχολείο, το οποίο είχε ένα ειδικό σύστημα παιδείας , δεν ακολουθούσε την τακτική των άλλων σχολείων. Κάναμε πάρα πολλά θεατρικά δρώμενα, στα οποία κι εγώ έπαιζα. Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού είχα μανία να γράφω θεατρικά έργα., τα οποία έδινα σε μικρότερα παιδιά και τα έπαιζαν. Οπότε είχα την μεγάλη ικανοποίηση σε ηλικία 10 χρονών να έχω δει έργα μου να παίζονται στη σκηνή! Και υπήρχαν και κάποιοι δάσκαλοι που ήταν ξεχωριστοί. Υπήρχε ένας δάσκαλος που λεγόταν Άγγελος Ποιμενίδης. Αυτός ήταν φιλόλογος. Είχε σπουδάσει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά λόγω αριστερής ιδεολογίας είχε υποβιβαστεί σε δάσκαλο. Ήταν πολύ μορφωμένος, μάθαμε πολλά απ’ αυτόν, μας μιλούσε για δημοτικά τραγούδια, για παράδοση. Ήταν, όμως, πολύ νευρικός και αρπάζαμε και πολλές κλοτσιές. Εγώ βέβαια ήμουν πειθαρχημένος, τον παρακολουθούσα σαν να ήταν ένας σοφός τρελός…
Ερώτηση: Μπορείτε να μας πείτε κάποια πράγματα για το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώσατε; Σας επηρέασε στην απόφαση σας να γίνετε συγγραφέας;
Απάντηση: Ο πατέρας μου καταγόταν από την Αδριανούπολη και η μητέρα μου ήταν από τις Σαράντα Εκκλησιές. Η Αλεξανδρούπολη ήταν μια προσφυγούπολη και είχε έναν έντονα πολυπολιτισμικό χαρακτήρα. Ο πατέρας μου ήταν ηλεκτρολόγος, υπήρχε δηλαδή, ένας σταθερός μισθός στην οικογένεια, όνειρο κάθε ελληνικής οικογένειας τότε. Εγώ ήθελα να γίνω ηθοποιός, να γίνω χορευτής και, επειδή ο πατέρας μου ήταν ηλεκτρολόγος, είχα την ευκαιρία να μπαίνω και να βλέπω κρυφά τις ταινίες του κινηματογράφου από το δωμάτιο προβολής, όπου με βάζανε τζάμπα, γιατί είχα μέσον τον πατέρα μου. Έτσι είδα ταινίες που φτάσανε στην Ελλάδα από το Χόλυγουντ καθυστερημένα λόγω του πολέμου και όλα αυτά με μάγευαν. Η Αλεξανδρούπολη ήταν γενικά κινηματογραφούπολη. Τότε υπήρχαν δύο κινηματογράφοι, τα Ηλύσια, και τα Τιτάνια. Τα Τιτάνια ήταν στη Λεωφόρο Δημοκρατίας, η οποία τότε λεγόταν «Βασιλέως Γεωργίου». Εγώ έμενα στον λεγόμενο «λοξό», που τότε ήταν «Βασιλέως Κωνσταντίνου». Όπως καταλάβατε, όλοι οι δρόμοι τότε ήταν με βασιλείς και πρίγκιπες.
Ο παππούς μου ήταν σιδηροδρομικός, οπότε μέναμε στα Καραγατσιανά. Στα Καραγατσιανά έμεναν οι άνθρωποι που είχαν έρθει από το Κάραγατς της Αδριανούπολης, κυρίως σιδηροδρομικοί που μέχρι να τους στήσουν τα σπίτια έμεναν σε βαγόνια! Σε βαγόνια έμειναν 6 χρόνια και διηγιόντουσαν τι ωραία που περάσανε τότε, τα νοσταλγούσαν τα χρόνια που ήταν στα βαγόνια. Αυτό ίσως το έκαναν, επειδή ήξεραν ότι δεν θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους, στα παλιά τους σπίτια. Και είχαν αποφασίσει να περάσουν όσο γίνεται καλύτερα. Εγώ άκουγα αυτές τις ιστορίες για την προσφυγιά, που στην παιδική ψυχή μου περνούσαν σαν μια υπέροχη περιπέτεια. Βέβαια, η πραγματικότητα δεν ήταν έτσι και αυτό το κατάλαβα πολύ αργότερα.
Ο πατέρας μου ήταν πολύ εξωστρεφής και πολύ γλεντζές, οπότε κάθε βράδυ ήμασταν σε ταβερνεία. Γενικά η Αλεξανδρούπολη δεν υπέφερε όπως άλλες πόλεις. Ο βασικός ιστός της πόλης ήταν μικροαστικός, σε αυτόν ανήκε και η οικογένειά μου. Υπήρχαν όμως και οικογένειες γιατρών, δικηγόρων, που ήταν πιο εύπορες και ανήκαν σε μια ανώτερη τάξη. Εγώ συναναστρεφόμουν με παιδιά τέτοιων οικογενειών λόγω σχολείου. Ήμουν και ένα φαντασμένο άτομο και περίεργο. Να φανταστείτε ότι γυρνούσα κι έλεγα στον κόσμο ότι ήμουν υιοθετημένος και μάλιστα από αυτοκρατορική οικογένεια και, βέβαια, έτρωγα πάρα πολύ ξύλο.
Ερώτηση: Πώς αποφασίσατε να γίνετε συγγραφέας; Τι σας ώθησε σε αυτή την απόφαση;
Απάντηση: Κάποια στιγμή αποφάσισα ότι δεν θα γινόμουν τελικά ούτε χορευτής ούτε ηθοποιός. Μικρός όταν ήμουν, είχα διαβάσει το «Ασχημόπαπο» του Άντερσεν και πίστεψα ότι θα γίνω πάρα πολύ όμορφος, σαν τον κύκνο. Αυτό δεν έγινε και τελικά σκέφτηκα να γίνω συγγραφέας. Υπήρχε ιδιοτέλεια στην απόφασή μου, γιατί πίστευα ότι θα πεθάνω τελευταίος. Πίστευα ότι οι συγγραφείς πεθαίνουν τελευταίοι, για να γράψουν για τους άλλους και να διηγηθούν όσα έγιναν.
Ερώτηση: Εκτός από συγγραφέας είστε και δημοσιογράφος, ασχολείστε και με τη ζωγραφική. Στο τελευταίο σας βιβλίο μάλιστα υπάρχουν ζωγραφιές σας. Τι θέση έχουν όλα αυτά στη ζωή σας; Ποιο αγαπάτε περισσότερο;
Απάντηση: Η καταβολή μου είναι δημοσιογραφική. Πήγα σε μια δημοσιογραφική σχολή, αλλά κατάλαβα ότι η δημοσιογραφία μαθαίνεται τελικά στην πράξη. Τη δημοσιογραφία την εξάσκησα για πολλά χρόνια. Δούλεψα στην «Απογευματινή», στα «Επίκαιρα», στην «Ελευθεροτυπία». Επίσης, έκανα πολύ ραδιόφωνο. Πάντα διάβαζα πολλά βιβλία, αλλά η πεζογραφία ήρθε στη ζωή μου πολύ αργότερα, όταν για πλάκα έγραψα ένα βιβλίο με τίτλο «Ο μεγάλος θανατικός». Όταν έρχονταν στο σπίτι μου δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, εγώ τους διάβαζα αποσπάσματα από αυτό το βιβλίο, για να διασκεδάσουν. Κατάλαβα όμως ότι ένα βιβλίο δεν πρέπει να παίρνει φως μέχρι να ολοκληρωθεί. Το γράψιμο είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση και, για να ολοκληρωθεί ένα βιβλίο, πρέπει ο συγγραφέας να το τελειώσει, να το διορθώσει, να το ξαναδεί. Έτσι μπήκα και εγώ στη διαδικασία του γραψίματος και από τότε έχουν περάσει πάνω από 40 χρόνια!
Ερώτηση: Κάποια από τα βιβλία σας είναι παιδικά. Τι σας ώθησε να τα γράψετε;
Απάντηση: Όταν γεννήθηκε ο γιος μου, ήθελα να του κάνω ένα δώρο. Του έγραψα, λοιπόν, ένα θεατρικό έργο, το οποίο ανέβασε στην παιδική του σκηνή ο Δημήτρης Ποταμίτης. Το έργο είχε τίτλο «Τα θαύματα της ομπρέλας» και σε αυτό είχα πάρει τον μύθο της Μαίρη Πόπινς και τον έκανα ελληνικό, δηλαδή μεταμόρφωσα τη Μαίρη Πόπινς σε Μαίρη Ποπινίδου, η οποία κρατούσε την ομπρέλα της και έκανε διάφορα θαύματα.
Ερώτηση: Εμείς έχουμε στη βιβλιοθήκη του σχολείου μας το βιβλίο σας με τίτλο «Αλεξανδρούπολη, σαν παραμύθι…σαν ιστορία». Μπορείτε να μας μιλήσετε γι’αυτό το βιβλίο;
Απάντηση: Εγώ πολλά πράγματα τα διηγούμαι σαν παραμύθι, δεν είμαι ιστορικός. Στο βιβλίο αυτό συνεργάστηκα με τη Μαρίνα Ψάλτη, η οποία τελείωσε τη Σχολή Καλών Τεχνών, είναι ζωγράφος και πήρε διάφορες εικόνες της Αλεξανδρούπολης και τις μετέφερε με τον δικό της τρόπο στο βιβλίο.Το βιβλίο αυτό ήταν μια παραγγελία του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης και σε αυτό προσπάθησα να γράψω για την Αλεξανδρούπολη βασισμένος σε προσωπικά βιώματα. Το βιβλίο έχει τη δική μου οπτική για την πόλη και την ιστορία της.
Ερώτηση: Αν δεν γινόσασταν συγγραφέας, τι θα θέλατε να γίνετε; Θα αλλάζατε κάτι στη ζωή σας και στις επιλογές σας;
Απάντηση: Αν δεν γινόμουν συγγραφέας, μπορεί να γινόμουν ένας πολύ καλός κηπουρός ή ένας πολύ καλός μάγειρας! Μαγειρεύω πολύ καλά, κυρίως λαδερά. Είμαι ένας…λαδερός συγγραφέας!
Ερώτηση: Ως άνθρωπος του βιβλίου πώς βλέπετε το μέλλον του βιβλίου; Ζούμε στην εποχή των υπολογιστών. Είναι το βιβλίο κάτι ξεπερασμένο;
Απάντηση: Θέλω να σας πω ότι γράφω ακόμη με στυλό και με μολύβια. Αν δεν έχω μπροστά μου το χειρόγραφο, για να ζωγραφίζω δίπλα στο κείμενο διάφορες εικόνες που νομίζω ότι είναι σχετικές, δεν μπορώ να εκφραστώ. Με τη μηχανή και με το πλήκτρο είναι αδύνατο να εκφραστώ. Είμαι ένα UFO της τεχνολογίας που έπεσε από τον ουρανό στην κυριολεξία. Όσο για το μέλλον του βιβλίου, έχω να πω ότι υπάρχουν πολλοί εκδοτικοί οίκοι, υπάρχουν απαιτητικοί αναγνώστες και όσοι διαβάζουν, διαβάζουν. Πάντα έτσι γινόταν.
Είπε και άλλα πολλά ο κύριος Ξανθούλης. Βιαζόταν όμως, γιατί έπρεπε να πάει στην επίσημη εκδήλωση για το βιβλίο του. Του ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο του. Και να είναι πάντα δημιουργικός και ανεξάντλητος. Κύριε Ξανθούλη, χαρήκαμε πολύ που σας γνωρίσαμε και συζητήσαμε μαζί σας!



Η ομάδα βιβλιοθήκης
Βαλσαμίδη Γλυκερία
Κετισβίλι Χριστίνα
Ξενάκη Βασιλική
Παπαϊωάννου Φώτης
Σονωβίδου Αντριάνα
Τερζή Ιωάννα
Τηλιούδης Αθανάσιος
Χότζα Αλεξία
Βαθμολογία άρθρου
5 / 5. Αριθμός: 2









