Η 21η Μαρτίου ορίστηκε το 1966 από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ως Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού και των Φυλετικών Διακρίσεων. Αφορμή ήταν η εν ψυχρώ δολοφονία 69 μαύρων φοιτητών που διαδήλωναν ειρηνικά εκείνη την μέρα του 1960, ενάντια στο καθεστώς του Απαρτχάιντ, στην πόλη Σάρπβιλ της Νότιας Αφρικής.
Το παρακάτω αφήγημα είναι αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά που έρχονται στην πατρίδα μας ως πρόσφυγες με ή χωρίς τις οικογένειές τους από άλλες χώρες αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Δυστυχώς όμως η αποδοχή ακόμη και από τους συνομηλίκους τους και ισότιμη ένταξή τους στην κοινωνία πολλές φορές προσκρούει στην εχθρότητα και στη βία που γεννούν ο ρατσισμός και οι προκαταλήψεις.
Αχ αυτός ο πόλεμος!
Ούτε κατάλαβα πως φύγαμε. Το μόνο που θυμάμαι είναι η μάνα μου να με ξυπνάει με κόκκινα, υγρά μάτια, να με παίρνει αγκαλιά και να με βάζει στο αμάξι.
Και τώρα βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω που είμαι. Σε ένα βαρκάκι της κακιάς ώρας, όπως έλεγε ο παππούς, με άλλες σαράντα μανάδες με τα μικρά τους. Χωρίς κανένα άνδρα. Όμως, ούτε ο πατέρας μου, ούτε τα έξι «ρεμάλια» όπως τα έλεγα χαϊδευτικά (δηλαδή τα αδέρφια μου), δεν ήταν εκεί ,δεν ήταν πουθενά.
Προσπάθησα να δείξω ψυχραιμία δεν ήθελα να στενοχωρήσω κι άλλο τη μάνα μου με τη δική μου μελαγχολία. Δεν γνώριζα που ήμασταν, μάλλον στη θάλασσα αλλά δεν έβλεπα κιόλας. Είχε τόσο πυκνό σκοτάδι που ούτε τη μύτη μας δεν βλέπαμε. Είχα αρχίσει να κρυώνω, τα πόδια μου μούσκεμα από το παγωμένο νερό αφού από το βάρος το βαρκάκι έγερνε δω και κει και γέμιζε νερό. Ήμουν όμως τόσο κουρασμένος που αποκοιμήθηκα αμέσως.
Το επόμενο πρωί ήμουν κάτω από ένα δένδρο, μάλλον σε κάποιο μικρό δασάκι και γύρω μας πελώρια, μακριά και αιχμηρά σύρματα. Τρόμαξα , κατάλαβα ότι κινδυνεύαμε και έβαλα τα κλάματα, δεν ήμουν ο μόνος, όλα τα παιδιά έκλαιγαν, μαζί και μια μάνα που κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μωρό κουκουλωμένο με μια πετσέτα και φώναζε σπαρακτικά. «Το παιδί μου, το παιδί μου».
Δεν ήθελα να βλέπω, ήθελα να κλείσω τα μάτια μου και ξαφνικά να γυρίσω πάλι στο σπίτι με τη γιαγιά και τον παππού, ήθελα να πάω πάλι με το μπαμπά να μαζέψουμε τη σοδιά .Έκλεισα λίγο πάλι τα μάτια μου για να μην φανούν τα δάκρυα μου ώσπου η μαμά μου, μου είπε πως έπρεπε να πηδήξουμε τον πελώριο φράκτη. Σηκώθηκα χωρίς να πω λέξη, προσπάθησα να πηδήξω τον φράχτη αλλά ήταν τόσο ψηλός και τα σύρματα τόσο μυτερά που έσκισα το πόδι μου και άρχισε να τρέχει αίμα. «Πολλές φορές είχα περάσει πάνω από φράχτες και μαντρότοιχους, είχα εξασκηθεί πολύ καλά. Ειδικά όταν η κυρία από το σχολείο είπε στον μπαμπά μου ότι δεν ήμουν καλός στη γλώσσα, ο μπαμπάς μου έγινε κατακόκκινος. Για να μην με μαλώσει μπήκα μέσα στο κοτέτσι με άλλους δύο φίλους μου, εγχείρημα δύσκολο μια που για να το περάσει κανείς θα έπρεπε να πηδήξει ένα τσιμεντένιο φράχτη».
Η μάνα μου έσκισε το μανίκι της και το έδεσε γερά στο πόδι μου για να σταματήσει να τρέχει το αίμα. Αφού περάσαμε τον φράχτη η μάνα μου με πήρε αγκαλιά γιατί από τον πόνο δεν μπορούσα να περπατήσω. Περπατήσαμε λίγα μέτρα ώσπου μπήκαμε μέσα σε κάτι φορτηγά με κατσίκες και μας έβαλαν να κρυφτούμε κάτω από κάτι πανιά. Περίεργο μου φάνηκε αλλά δεν είπα τίποτα και ξανακοιμήθηκα μιας και ο δρόμος μέχρι το τέλος του προορισμού μας ήταν πολύωρος.
Είχε περάσει μια εβδομάδα. Ζούσαμε μαζί με τη φίλη της μαμάς μου και τα παιδιά της σε ένα μικροσκοπικό σπίτι. Είχε μόνο ένα δωμάτιο, με μια μικρή κουζίνα και μόνο μια λεκάνη, νερό μας έφεραν κάθε βράδυ κρυφά, πολύ περίεργο, αλλά πιο περίεργο ήταν ότι τα παράθυρα ήταν σπασμένα και πάνω τους κολλημένες εφημερίδες ενώ πάντα μιλούσαμε σιγανά.
Ένα βράδυ όταν έπεσα να κοιμηθώ άκουσα να λέει η μαμά μου στη φίλη της ότι ανησυχεί για τον μπαμπά και τα «ρεμάλια» που πολεμάνε μέρα-νύχτα και δεν έχει κανένα νέο τους και να λέει ευτυχώς που δεν πήραν και εμένα (δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε και έπεσα γρήγορα για ύπνο γιατί φοβόμουν ότι αν ρωτούσα θα άκουγα κάτι που δεν θα το άντεχα).
Το επόμενο πρωί μας ανακοίνωσαν πως έπρεπε να πάμε στο σχολείο, είχαμε αφήσει την πρώτη γυμνασίου μισή και ήταν κρίμα να τη χάσουμε. Έτσι, μας έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο κίτρινο και μας πήγαν σε ένα τεράστιο κτήριο μπεζ με πολλές ζωγραφιές πολύ άσχημες που έμοιαζαν με μουτζούρες. Είχε και πολλά παράθυρα μικρά και μεγάλα με κάτι μονότονες γκρι κουρτίνες. Είχε και μια ταμπέλα που έγραφε ακατανόητα γράμματα και το μόνο που κατάλαβα ήταν ο αριθμός πέντε. Μου άρεσε το σχολείο δεν είχα δει ποτέ ξανά κάτι παρόμοιο μπορώ να πω με γοήτευσε αλλά που να ήξερα ότι θα γίνει ο εφιάλτης μου.
Δεν μου πήρε πολλές μέρες να το καταλάβω τις πρώτες μέρες μέσα στο μάθημα δεν καταλάβαινα τίποτα μέχρι που με πήρε παράμερα η κ. Λουρούτζου και μου έμαθε κάτι λέξεις όπως ναι, όχι, γεια. Όμως, σε κάθε διάλειμμα ο Τζίμης (έτσι τον φώναζαν) και η παρέα του έρχονταν με στρίμωχναν στη γωνία του τοίχου και με έσπρωχναν, μου μιλούσαν πολύ περίεργα, με εχθρικό ύφος και δεν έλεγαν τις λέξεις «γεια» ή «ναι» όλο κάτι λέξεις που άρχιζαν από «μ» και «γ».Ένιωθα άβολα. Μόνο οι δάσκαλοι με συμπαθούσαν και με βοηθούσαν.
Και όλα ήταν ρόδινα μέχρι που με είδαν να κλαίω. Τότε άρχισαν να με κοροϊδεύουν θύμωσα πάρα πολύ και μέσα χτύπησα κατά λάθος τον Τζίμη από κεκτημένη ταχύτητα. Τότε μου επιτέθηκαν όλοι μαζί και μάλιστα μου άρπαξαν το χέρι και το χτύπησαν με τόση δύναμη που έσπασε. Άρχισα να ουρλιάζω από τον πόνο. Μόνο ένας συμμαθητής μου ο Βλάσης, που είδε τι είχε γίνει φώναξε την διευθύντρια. Κάλεσε στο γραφείο της τότε το παρεάκι και εμένα με πήρε το ασθενοφόρο. Έμεινα στο νοσοκομείο πέντε μέρες. Ο Βλάσης ήταν ο μόνος που ήρθε να με δει, ήταν ο μόνος που στάθηκε δίπλα μου αυτές τις δύσκολες ώρες. Όταν επέστρεψα στο σχολείο δεν είδα την παρέα και χάρηκα πολύ, όμως μάταια. Κάποια μέρα που επέστρεφα στο σπίτι μετά το σχολείο ξαφνικά εμφανίστηκαν μπροστά μου. Είδα τον πιο ψηλό να κρατάει ένα μαχαίρι και να με πλησιάζει καθώς οι άλλοι με κρατούσαν. Όλα έγιναν γρήγορα πόνεσα, ούρλιαξα και έκλεισα τα μάτια μου…
Αα… Δεν σας είπα όμως τόση ώρα από που σας αφηγούμαι την ιστορία… Βρίσκομαι σε ένα ήσυχο μέρος όπου εύχομαι να έρθετε μετά από πολλά – πολλά χρόνια και είμαι μαζί με όλους τον μπαμπά, τα «ρεμάλια» ακόμη και με τον προ-προ παππού μου. Μόνο η μαμά λείπει και μακάρι να αργήσει να έρθει…
Τέλος
Το κείμενο έγραψε ο μαθητής μας Παπαϊωάννου Φώτιος.
Βαθμολογία άρθρου
4.6 / 5. Αριθμός: 11